Εδώ και τρία οδυνηρά χρόνια, ο πόλεμος του Ισραήλ στη Γάζα, που μετρά από τις 7 Οκτωβρίου 2023, έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από 74.000 Παλαιστινίους, έχει αφήσει χιλιάδες τραυματίες και έχει μετατρέψει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής σε σωρούς ερειπίων.
Οι συνέπειες ξεπερνούν κατά πολύ τα γεωγραφικά όρια της Λωρίδας της Γάζας, αφού φαίνεται να έχουν μεταβάλει τη διεθνή εικόνα του Ισραήλ, να έχουν ενισχύσει τη στήριξη προς την Παλαιστίνη και να έχουν αναζωπυρώσει τη συζήτηση για τα όρια της ισχύος των ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η αδυναμία της Ευρώπης να καταστήσει την ισραηλινή κυβέρνηση υπόλογη για τις πράξεις της έχει πλήξει την αξιοπιστία και τη διεθνή επιρροή της ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα του Guardian, υπάρχει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό από την απώλεια διπλωματικού κύρους. Η Γάζα αλλάζει την ίδια την Ευρώπη.
Η ευρωπαϊκή σιωπή και τα δύο μέτρα και δύο σταθμά
Η σχετική άποψη ξεκινά από το ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν προχώρησαν σε ουσιαστικές συλλογικές πρωτοβουλίες για να σταματήσουν τη σφαγή που υφίσταντο οι Παλαιστίνιοι. Δεν επιβλήθηκαν κοινές κυρώσεις, δεν υιοθετήθηκαν εμπορικοί περιορισμοί ούτε υπήρξε συνολική διακοπή των πωλήσεων όπλων προς το Ισραήλ. Και όλα αυτά ενώ την ίδια ώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση επιβάλλει κυρώσεις στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις της με το Ισραήλ, αναδεικνύοντας μια κραυγαλέα αντίφαση στην εξωτερική της πολιτική.
Η κρίση στη Γάζα έφερε στην επιφάνεια μια βαθύτερη παθογένεια μας και η διαπίστωση ότι η διακηρυγμένη προσήλωση της Ευρώπης στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις οικουμενικές αξίες δεν εφαρμόζεται πάντοτε με την ίδια συνέπεια. Το ποιος δικαιούται να αναγνωριστεί ως θύμα, ποια μορφή αντίστασης θεωρείται θεμιτή και ποια αιτήματα για δικαιοσύνη αξίζουν να ακουστούν φαίνεται να εξαρτώνται από πολιτικές σκοπιμότητες.
Το Παλαιστινιακό ως δοκιμασία για την ευρωπαϊκή δημοκρατία
Ύστερα από τρία χρόνια πολέμου, το συμπέρασμα πως το Παλαιστινιακό έχει μετατραπεί σε πραγματική δοκιμασία αντοχής για την ίδια την ευρωπαϊκή δημοκρατία, γίνεται ολοένα πιο σαφές.
Αναφέρεται συγκεκριμένα πως οι δημοκρατικές κοινωνίες μπορούν να ευημερήσουν μόνο όταν διασφαλίζεται χώρος για τη διαφωνία και την αμφισβήτηση, ακόμη και όταν αυτές προκαλούν δυσφορία, αναταράσσουν τις πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες ή συγκρούονται με τις προτεραιότητες των κυβερνήσεων. Κι όμως, σε ολόκληρη την Ευρώπη, η πολιτική «ελίτ» καταγγέλλει αντιδημοκρατικές πρακτικές στο εξωτερικό αλλά εμφανίζεται πιο πρόθυμη να επιβάλει περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αστυνομικής βίας που συχνά παρατηρείται σε φιλοπαλαιστινιακές κινητοποιήσεις. Όταν τέτοιες πρακτικές επαναλαμβάνονται, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη νομιμοποίηση και την αξιοπιστία των δημοκρατικών κυβερνήσεων και θεσμών διαβρώνεται.
Όπως επισημαίνει ο Ράμπιν Μπαλντεουσίνγκ, εθνικός συντονιστής της Ολλανδίας για την καταπολέμηση των διακρίσεων και του ρατσισμού, «οι κυβερνήσεις και οι δημόσιοι θεσμοί έχουν την ευθύνη να μην ενισχύουν την πόλωση όταν η κοινωνία είναι βαθιά διχασμένη». Δυστυχώς, η εικόνα που διαμορφώνεται στην Ευρώπη φαίνεται να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Ισλαμοφοβία και αντισημιτισμός: Μια επικίνδυνη πολιτική εξίσωση
Οι κοινωνικές διαιρέσεις που καταγράφονται σήμερα στην Ευρώπη δεν γεννήθηκαν με τον πόλεμο στη Γάζα. Τα τελευταία τρία χρόνια, ωστόσο, έχουν αποκτήσει νέα δυναμική, τροφοδοτούμενες από την πολιτική αντιπαράθεση και την αυξανόμενη καχυποψία.
Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει προειδοποιήσει επανειλημμένα τόσο για τον αντιμουσουλμανικό ρατσισμό όσο και για τον αντισημιτισμό. Το ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι, στο πλαίσιο της κρίσης στη Γάζα, ο αντισημιτισμός αναγνωρίζεται ως απειλή για τη δημοκρατία, ενώ η ισλαμοφοβία αντιμετωπίζεται συχνά κυρίως μέσα από το πρίσμα της ασφάλειας και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας.
Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), η μεγαλύτερη πολιτική οικογένεια της ΕΕ που συσπειρώνει φιλοευρωπαϊκές κεντροδεξιές και συντηρητικές δυνάμεις, στις οποίες ανήκουν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Μάγκνους Μπρούνερ, αρμόδιος Ευρωπαίος επίτροπος για θέματα μετανάστευσης, βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής για την αναβίωση παλαιών ισλαμοφοβικών αφηγημάτων.
Τον Ιούνιο, το ΕΛΚ στήριξε ψήφισμα που καταδίκαζε την «παρέμβαση του πολιτικού Ισλάμ» στις δημοκρατικές διαδικασίες της Ευρώπης. Εάν υπήρχαν τεκμηριωμένα στοιχεία για τέτοιου είδους παρεμβάσεις, η συζήτηση θα είχε διαφορετική βάση ωστόσο, σύμφωνα με την κριτική που διατυπώνεται, φαίνεται πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν παρουσιάζει αποδείξεις που να στηρίζουν τους ισχυρισμούς του.
Αντίθετα, αναπαράγει θεωρίες που έχουν κυκλοφορήσει στη Γαλλία περί «ισλαμιστικής διείσδυσης» στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ζητά αυστηρότερη αντιμετώπιση φερόμενων δικτύων που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Τα άγραφα όρια της πολιτικής ορθότητας στις Βρυξέλλες
Πέρα από τις επίσημες αποφάσεις και τις δημόσιες τοποθετήσεις, υπάρχουν και άτυποι, λιγότερο ορατοί κανόνες που φαίνεται να διαμορφώνονται στους διαδρόμους της ευρωπαϊκής εξουσίας μετά τη Γάζα. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, πρόκειται για πρακτικές και αντιλήψεις που είναι δυσκολότερο να καταγραφούν, να μετρηθούν και να αμφισβητηθούν θεσμικά.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι περιγράφουν μια ολοένα πιο απροκάλυπτη ισλαμοφοβία, η οποία εκδηλώνεται μέσα από μικρές καθημερινές προσβολές, υπαινιγμούς και σχόλια που παρουσιάζουν τη συμπεριφορά των μουσουλμάνων ως δήθεν «παράλογη και συναισθηματική».
Παράλληλα, η γλώσσα που χρησιμοποιείται για τη Γάζα αποκαλύπτει, όπως αναφέρεται στο άρθρο, τα όρια της ευρωπαϊκής πολιτικής στάσης. Όπως επισημαίνεται, ακόμη και στην πρόσφατη ομιλία της για την κατάσταση της Ένωσης, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε στη Γάζα ως ανθρωπιστική κρίση, χωρίς να χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία», τον οποίο υιοθετεί ο αρθρογράφος.
Την ίδια ώρα, διαμορφώνεται ευρύτερη συναίνεση γύρω από την ανάγκη αντιμετώπισης της βίας των εποίκων και της παράνομης επέκτασης των οικισμών στη Δυτική Όχθη, φαινόμενα που αποδίδονται συχνά σε «εξτρεμιστικά στοιχεία». Ωστόσο, η ευθεία αντιπαράθεση με την ισραηλινή κυβέρνηση εξακολουθεί να αποτελεί πολιτικά δυσκολότερο εγχείρημα.
Ρωγμές στις σχέσεις, αλλά και κύματα αλληλεγγύης
Για πολλούς Ευρωπαίους, τα τελευταία τρία χρόνια υπήρξαν περίοδος δύσκολων συζητήσεων, προσωπικών ρήξεων και βαθιάς απογοήτευσης. Σημειώνεται πως οι διαφορετικές προσεγγίσεις απέναντι στον πόλεμο και στην ευρωπαϊκή στάση απέναντι στο Ισραήλ έχουν δοκιμάσει μεταξύ άλλων φιλίες, επαγγελματικές σχέσεις και οικογενειακούς δεσμούς. Αν όχι άμεσα, σίγουρα έμμεσα, αφού ο πόλεμος στη Γάζα, ακουμπάει οριακά σε κάθε άλλο πολιτικό ζήτημα.
Ωστόσο, παράλληλα με τις αντιπαραθέσεις, αναπτύχθηκαν και δίκτυα αλληλεγγύης. Τα φιλοπαλαιστινιακά κινήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη διευρύνθηκαν, προσελκύοντας συνδικάτα, φοιτητές, προσωπικότητες του πολιτισμού και της ψυχαγωγίας, αλλά και πολιτικούς από υψηλές θέσεις.
Οι πρωτοβουλίες αυτές καταδεικνύουν ότι η ευρωπαϊκή κοινωνία δεν αποτελεί ένα ενιαίο, αδιαφοροποίητο σύνολο. Στο εσωτερικό της αναπτύσσονται αντιστάσεις, διεκδικήσεις και προσπάθειες υπεράσπισης των δικαιωμάτων, ακόμη και όταν οι επίσημες πολιτικές επιλογές κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση.
Η δημοκρατία δεν καταρρέει από τη μια μέρα στην άλλη
Κλείνοντας, το δημοσίευμα υπογραμμίζει ότι δεν έχουν χαθεί όλες οι ελπίδες, αφήνοντας «εξάψεις» αισιοδοξίας. Η κρίση στη Γάζα, όμως, έχει απογυμνώσει την Ευρώπη από πολλές καθησυχαστικές βεβαιότητες που για χρόνια θεωρούσε δεδομένες για τον εαυτό της.
Καθώς η ακροδεξιά αποκτά ολοένα μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, αυξάνεται ο κίνδυνος να ξεχαστεί μια θεμελιώδης αλήθεια.
Οι δημοκρατικές ελευθερίες σπάνια εξαφανίζονται μέσα σε μία νύχτα. Η υποχώρησή τους ξεκινά σταδιακά, όταν ορισμένες φωνές φιμώνονται, όταν ο πόνος κάποιων ανθρώπων αγνοείται και όταν τα δικαιώματα συγκεκριμένων πολιτών αντιμετωπίζονται ως λιγότερο σημαντικά από εκείνα των υπολοίπων.
Η Γάζα δεν αποτελεί πλέον μόνο μια ανθρωπιστική τραγωδία ή ένα ακόμη πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Έχει μετατραπεί σε καθρέφτη των ευρωπαϊκών αντιφάσεων, αναδεικνύοντας την απόσταση ανάμεσα στις διακηρυγμένες αξίες και στις πραγματικές πολιτικές επιλογές.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά, επομένως, μόνο το μέλλον της Παλαιστίνης. Αφορά και το είδος της Ευρώπης που διαμορφώνεται μέσα από αυτή την κρίση, δηλαδή μια Ευρώπη που υπερασπίζεται τα δικαιώματα χωρίς διακρίσεις ή μια Ευρώπη στην οποία η ελευθερία, η δικαιοσύνη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από την ταυτότητα εκείνων που τις διεκδικούν.